Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Διά ταύτα ή παρά ταύτα; Και... μετά ταύτα;


Συνήθως στις ανθρώπινες σχέσεις επιζητούμε - μερικές φορές εμφανώς, με αγώνα και αγωνία, και κάποιες άλλες πολύ διακριτικά, αλλά επίμονα - την ισονομία, την ισοπολιτεία, το ισοστάσιο, το 50-50, την αμοιβαιότητα.

Δίνω, αλλά πρέπει και να πάρω. Αυτό είναι το δίκαιο, αυτό είναι το σωστό, αυτό είναι το λογικό, αυτό είναι το "διά ταύτα".
Κι όμως το μοναδικό, το ξεχωριστό, το υπέροχο κρύβεται στην υπέρβαση της λογικής και του δικαίου, στην ανατροπή του καθωσπρέπει,του συμφέροντος και του κατεστημένου. Βρίσκεται στο "παρά ταύτα".
Αδικούμαι, παρά ταύτα αγαπώ.
Λυπούμαι, παρά ταύτα ζω με εσωτερική χαρά.
Κατακλύζομαι από δυσχέρειες, παρά ταύτα ελπίζω και πιστεύω.
Ζω στο περιθώριο, παρά ταύτα δεν παραπονιέμαι.
Λοιδορούμαι, παρά ταύτα συγχωρώ και ευλογώ.
Βρίσκομαι έγκλειστος στη φυλακή, παρά ταύτα είμαι ελεύθερος.
Είμαι φτωχός σε υλικά αγαθά, παρά ταύτα είμαι πλήρης και πλούσιος.
Για τον κόσμο που δεν στοχάζεται, αυτό είναι κάτι σαν ηλιθιότητα, πτωχεία πνεύματος.
Κι όμως στο "παρά ταύτα" είναι η νοστιμιά, ο ηρωισμός,η ελπίδα. Μ' αυτό βαθαίνει η ψυχή, κινείται σε άλλα επίπεδα,πάνω από μικρότητες,μιζέρια και στενοκαρδία, αναπνέει καθαρό αέρα. Το "παρά ταύτα" είναι φάρμακο ψυχών και σωμάτων και εισιτήριο για την αιωνιότητα.
Το "διά ταύτα" είναι ανθρώπινο, το "παρά ταύτα" είναι θεϊκό.
Είναι ο τρόπος του Χριστού.
Μπορούσε να γεννηθεί στο πλουσιότερο παλάτι, παρά ταύτα γεννήθηκε στο βρώμικο στάβλο και ανακλίθηκε στη φάτνη των ζώων.
Είναι ο Δημιουργός του κόσμου, παρά ταύτα δέχθηκε τον ατιμωτικότερο θάνατο.
Μπορεί να επιβάλει το θέλημά Του που άλλωστε είναι άγιο και τέλειο, παρά ταύτα σταματά μπροστά στην ελευθερία μας.
Είμαστε ελεεινοί και τρισάθλιοι, παρά ταύτα μας τιμά ως μοναδικές προσωπικότητες, ως δικές Του εικόνες.
Άραγε ο καθένας μας ποια από τις δύο προθέσεις επιλέγει ως τρόπο ζωής;
Και κάτι ακόμη: Αφού επιλέξουμε γι' αυτή τη ζωή το "διά ταύτα" ή το "παρά ταύτα", τι θα μας περιμένει "μετά ταύτα";

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Ο ρόλος του Τύπου


«Επειδή πρέπει να δοθούν στιγμιαίες και πιστευτές πληροφορίες, γίνεται απαραίτητο να καταφύγουμε στην εικασία, στις φήμες και στις υποθέσεις για να συμπληρώσουμε τα κενά, και κανένα από αυτά δεν θα αποκατασταθεί ποτέ, θα παραμείνει στη μνήμη των αναγνωστών. Πόσες εσπευσμένες, ανώριμες, επιφανειακές και παραπλανητικές κρίσεις εκφράζονται καθημερινά, μπερδεύοντας τους αναγνώστες, χωρίς οποιαδήποτε επαλήθευση. Ο Τύπος μπορεί και να μιμηθεί την κοινή γνώμη και να την εκπαιδεύσει με το χειρότερο τρόπο. […] Η βιασύνη κι η επιπολαιότητα είναι η ψυχική ασθένεια του 20ού αιώνα και περισσότερο από οπουδήποτε αλλού αυτή η ασθένεια απεικονίζεται στον Τύπο. Η σε βάθος ανάλυση ενός προβλήματος είναι ανάθεμα στον Τύπο. Αυτός σταματά στη σκανδαλοθηρία […] Τεράστια ελευθερία υπάρχει για τον Τύπο, αλλά όχι για το αναγνωστικό κοινό, επειδή οι εφημερίδες δίνουν συνήθως αρκετή ένταση κι έμφαση σ’ εκείνες τις απόψεις που δεν έρχονται πάρα πολύ ανοιχτά σε αντίθεση με τις δικές τους και τη γενική μόδα.»
«Δεν υπάρχει καμία ηθική ευθύνη για την παραμόρφωση ή τη δυσαναλογία. Τι είδος ευθύνης έχει ένας δημοσιογράφος απέναντι στους αναγνώστες του, ή στην ιστορία; Εάν έχει παραπλανήσει την κοινή γνώμη ή την κυβέρνηση με ανακριβείς πληροφορίες ή λανθασμένα συμπεράσματα, ξέρουμε κάποια περίπτωση της δημόσιας αναγνώρισης και της επανόρθωσης τέτοιων λαθών από τον ίδιο δημοσιογράφο ή την ίδια εφημερίδα; Όχι, δεν συμβαίνει, επειδή θα έβλαπτε τις πωλήσεις. Ένα έθνος μπορεί να είναι το θύμα ενός τέτοιου λάθους, αλλά ο δημοσιογράφος πάντα μένει ατιμώρητος.»

[Αλεξ. Σολτζενίτσιν, Λόγος στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ για τον ρόλο του Τύπου, 1978.
Από την ιστοσελίδα του Κ. Αναγνώστου]

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2009

Είμαστε Χριστιανοί;


"Να ένα ακόμη θέμα στοχασμού. Σε τί μας χρησιμεύει να είμαστε χριστιανοί αν τίποτε δεν μας διακρίνει από τους άλλους; Είναι τρομερό να σκεφτεί κανείς ότι, αν δεν διακηρύσσαμε δημόσια τη χριστιανική μας ιδιότητα (προκαλώντας μάλιστα πολύ συχνά απορία και κατάπληξη...), κανείς δεν θα μπορούσε να καταλάβει ότι είμαστε χριστιανοί... Τίποτα χριστιανικό δεν μας διακρίνει: ούτε η απουσία του φόβου μπροστά στον πόνο, την αρρώστια, τον κίνδυνο, τον θάνατο, ούτε η απουσία της πλεονεξίας μπροστά σ' ό,τι μπορεί κανείς να αρπάξει από τη ζωή--επομένως κι από τον πλησίον-- διακινδυνεύοντας την ψυχή του, το σώμα του ή τα υλικά αγαθά, ούτε η αγάπη, δηλαδή η άρνηση της ψυχρότητας, της αδιαφορίας, της λησμονιάς ή της εχθρικής εκείνης σχέσης, ή του καυστικού μίσους, του άσβεστου και οδυνηρού..."

"Καθένας μας λοιπόν πρέπει να υποβάλλει διαρκώς στον εαυτό του το ερώτημα: "Είμαι Χριστιανός; Μπορεί κάποιος ίσως, μέσω εμού, ν' αναγνωρίσει το πρόσωπο του Χριστού, να νιώσει στους παλμούς της καρδιάς μου την αγάπη του Χριστού, να μάθει τη σοφία και τη δικαιοσύνη Του στους λόγους και τις σκέψεις μου, ν' αποκτήσει γνώση ή εμπειρία των οδών του Θεού μέσα από τις πράξεις μου, από τον τρόπο που συμπεριφέρομαι απέναντι στη ζωή, απέναντι στον κάθε άνθρωπο, απέναντι στον Θεό;"

[A. Bloom. Το μυστήριο της ίασης. Εκδόσεις Εν Πλω, Αθήνα 2008, σελ. 65-68]