Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Προφητεία


‘Είπε ο Δανιήλ στον Ναβουχοδονόσορα: Βασιλιά, εσύ κοίταζες, και είδες μπροστά σου ένα άγαλμα μεγάλο, με φοβερή όψη. Το άγαλμα είχε κεφάλι από καθαρό χρυσάφι, χέρια και στήθος και μπράτσα ασημένια, κοιλιά και μηρούς χάλκινους, κνήμες σιδερένιες, και πόδια μισά σιδερένια και μισά πήλινα. Κοίταζες ώσπου αποσπάσθηκε ένας βράχος από κάποιο βουνό χωρίς χέρι ανθρώπου και χτύπησε το άγαλμα πάνω στα πόδια τα σιδερένια και πήλινα, και τα έκανε σκόνη. Και τότε διαλύθηκαν δια μιας ο πηλός, το σίδερο, ο χαλκός, το ασήμι, το χρυσάφι, κι έγιναν σαν τη σκόνη στο θερινό αλώνι. Και τα πήρε ο άνεμος και τα σκόρπισε και δεν βρέθηκαν πουθενά. Κι ο βράχος που χτύπησε το άγαλμα έγινε βουνό μεγάλο και κάλυψε όλη τη γη. Αυτό είναι το όνειρο, και θα πούμε στο βασιλιά την εξήγησή του. Ο Θεός του ουρανού θα στήσει μια βασιλεία που δεν θα καταστραφεί στον αιώνα, και η βασιλεία αυτή δεν θα υποταγεί σε κανένα άλλο λαό. Και θα αυξηθεί στους αιώνες με τον τρόπο που είδες ότι αποσπάσθηκε βράχος από το βουνό χωρίς χέρι ανθρώπινο, και διέλυσε τον πηλό, το σίδερο, τον χαλκό, το ασήμι, το χρυσάφι. Ο μεγάλος Θεός γνωστοποίησε στον βασιλιά όσα πρόκειται να γίνουν στο μέλλον, και το όνειρο είναι αληθινό, και η εξήγησή του αξιόπιστη’.

[Δανιήλ 2: 31-36, 44-45].

Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2010

Ευτυχία

Ήταν που λέτε κάποτε ένα βασιλιάς που αρρώστησε βαριά. Τόσο βαριά αρρώστησε που έταξε το μισό του βασίλειο σε όποιον θα τον γιάτρευε. Όσο όμως κι αν προσπάθησαν οι γιατροί, οι σοφοί και οι μάγοι κανείς δεν κατάφερε να τον γιατρέψει. Μια μέρα ένας γέρο σοφός αποφάνθηκε πως ο βασιλιάς θα γίνει καλά αν φορέσει το πουκάμισο του πιο ευτυχισμένου ανθρώπου που ζούσε στο βασίλειο. Ξαμολήθηκαν στρατιώτες, αυλικοί και ο γιος του ο μονάκριβος να βρουν τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο του βασιλείου. Όσο όμως κι αν έψαξαν πουθενά δεν τον απάντησαν. Ο ένας ήταν γερός αλλά φτωχός. Ο άλλος ήταν πλούσιος αλλά άρρωστος. Ο τρίτος ήταν και γερός και πλούσιος αλλά είχε κακιά γυναίκα. Ο τέταρτος ήταν και γερός και πλούσιος και καλή γυναίκα είχε αλλά είχε κακά παιδιά και πάει λέγοντας. Δεν υπήρχε άνθρωπος που να μην έχει ένα τουλάχιστον παράπονο από τη ζωή του. Μια μέρα όμως το βασιλόπουλο περνώντας με τους στρατιώτες του μέσα από ένα δάσος άκουσε από το ανοιχτό παραθύρι μιας καλύβας μια φωνή να λέει: Δόξα τω Θεώ, σήμερα δούλεψα, κουράστηκα, έφαγα, ας κοιμηθώ τώρα. Χάρηκε το βασιλόπουλο που επιτέλους βρήκε έναν ευτυχισμένο άνθρωπο και διέταξε αμέσως τους στρατιώτες του να μπουν στο καλύβι και δίνοντας στον άνθρωπο όσα φλουριά επιθυμούσε να πάρουν το πουκάμισό του. Μπήκαν οι στρατιώτες στο καλύβι, αλλά ο άνθρωπος ήταν τόσο φτωχός που... δεν είχε ούτε πουκάμισο...

Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

Δε θέλω του κισσού


Δε θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα

Σε ξένα αναστυλώματα δεμένο.
Ας είμαι ένα καλάμι, ένα χαμόδεντρο,
Μα όσο ανεβαίνω μόνος ν’ ανεβαίνω.

Δε θέλω του γυαλιού το λαμπροφέγγισμα
Που δείχνεται άστρο με του ήλιου τη χάρι.
Θέλω να δίνω φως από τη φλόγα μου,
Κι ας είμαι κι ένα ταπεινό λυχνάρι.

[Γ. Δροσίνης, από τη συλλογή ‘Φωτερά Σκοτάδια’, 1915]