Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

Ο διδάσκαλος


'Είπε πάλιν [η Αμμάς Θεοδώρα] ότι ο διδάσκαλος οφείλει είναι ξένος φιλαρχίας και αλλότριος κενοδοξίας, μακράν υπερηφανίας, μη υπό κολακείας εμπαιζόμενος, μη υπό δώρων τυφλούμενος, μη υπό γαστρός νικώμενος, μη υπό οργής κρατούμενος, αλλά μακρόθυμος, επιεικής, υπέρ πάντα ταπεινόφρων, έγκριτος είναι και ανεκτικός, κηδεμονικός και φιλόψυχος'.

[Το Γεροντικόν. Εκδόσεις Αστήρ, 1981, σ. 43]

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Η φύση ως αντίπαλος


‘Η τεχνολογία έκανε τη φύση εχθρό μας και αντίπαλο. Πρώτον την αγρίεψε και αντιδρά πιο έντονα. Δεύτερον, δεν την αγαπάμε σαν μάνα μας, αλλά την προτιμάμε σαν υπηρέτη μας. Αντί να μαθαίνουμε από αυτήν, προσπαθούμε με το μαστίγιο να την αλλάξουμε. Αυτή όμως είναι πολύ γριά και ξεροκέφαλη. Δεν αλλάζει. Αντίθετα, θυμώνει και εκδικείται. Γι’ αυτό κι εμείς τη βλέπουμε σαν αντίπαλο. Δεν ξέρουμε τη συμπεριφορά της, αγνοούμε τα μυστικά της. Δεν τη σεβόμαστε, τη φοβόμαστε.      
     Φίλοι μας τώρα είναι η τεχνολογία, τα λιπάσματα, οι μηχανές, η βιασύνη και η ευκολία. Δεν αφήνουμε ούτε τον χρόνο να κάνει τη δουλειά του. Ζορίζουμε τα δένδρα να καρποφορήσουν, τα φαγητά να μαγειρευτούν, τα διακονήματά μας για να κάνουμε δήθεν προσευχή, την προσευχή μας γιατί είμαστε κουρασμένοι. Όλα βιαστικά. Όπου δεν μπαίνει το αλάτι του χρόνου και της υπομονής, δεν τρώγεται το φαγητό της ζωής.’

[Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικολάου.
Φωνή αύρας λεπτής. Εκδόσεις Εν πλω, Αθήνα, 2006, σ. 115-116]

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

Κι άλλα δανεικά

Ο Γ. Ρωμαίος παραθέτει σήμερα στο ΒΗΜΑ από το κείμενο του Πλουτάρχου (βλ. προηγούμενη ανάρτηση). Παραθέτω κι εγώ από εκεί όσα διάβασα:
»Γιατί καλοπιάνεις τον τραπεζίτη ή τον μεσάζοντα; Δανείσου από το δικό σου τραπέζι. Εχεις κύπελλα, ασημένια πιάτα, πιατέλες. Ας τα στερηθείς στη δύσκολη ώρα. Η όμορφη Αυλίδα ή η Τένεδος θα στολίσουν το τραπέζι σου με πήλινα σκεύη, που θα είναι καθαρότερα από τα αργυρά. Δεν έχουν τη βαριά και δυσάρεστη οσμή των τόκων, που, σαν τη σκουριά (εννοεί την οξείδωση των ασημικών), κατατρώνε μέρα με την ημέρα την πολυτέλειά σου. Ούτε θα σου θυμίζουν διαρκώς την πρώτη του μήνα και τη νέα Σελήνη, που, αν και ιερότερη απ' όλες τις ημέρες, οι δανειστές την κάνουν αποφράδα και μισητή.
»Σε τι ωφέλησε ο Σόλωνας τους Αθηναίους απαλλάσσοντάς τους από την υποθήκευση του σώματος και της ελευθερίας τους; Οι οφειλέτες είναι δούλοι όλων των δανειστών τους - ή μάλλον ούτε και δικοί τους, αυτό δεν θα ήταν και τόσο φοβερό. Είναι δούλοι δούλων αναιδών και βάρβαρων και βάναυσων, καθώς οι διάπυροι τιμωροί και δήμιοι, που, όπως λέει ο Πλάτωνας, περιμένουν τους ασεβείς στον Αδη. Μετατρέπουν την αγορά σε κολαστήριο για τους δύσμοιρους οφειλέτες, σαν όρνεα τους κατακρεουργούν και τους κατασπαράζουν… Οπως ο Δαρείος έστειλε τον Δάτι και τον Αρταφέρνη εναντίον της Αθήνας έχοντας στα χέρια αλυσίδες και δεσμά για όσους θα έπιαναν αιχμάλωτους, έτσι και αυτοί, κουβαλώντας μαζί τους σάκους γεμάτους συμφωνητικά και συμβόλαια, σαν δεσμά εναντίον της Ελλάδας, την οργώνουν από πόλη σε πόλη και σπέρνουν όχι ωφέλιμο καρπό, αλλά χρέη, που πολλά βάσανα φέρνουν και πολλούς τόκους, και που δύσκολα ξεριζώνονται, ενώ οι βλαστοί τους περικυκλώνουν τις πόλεις, τις εξασθενούν και τελικά τις πνίγουν.
»Θέλω να δείξω σ' όσους σπεύδουν απερίσπαστα να δανειστούν πόση ντροπή φέρνει αυτό και πόση στέρηση της ελευθερίας, καθώς και ότι ο δανεισμός είναι πράξη υπέρτατης αφροσύνης και μαλθακότητας. Εχεις; Μη δανείζεσαι, γιατί δεν σου λείπουν. Δεν έχεις; Μη δανείζεσαι, γιατί δεν θα ξεπληρώσεις το χρέος σου... Ενώ λοιπόν δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα με τη φτώχεια σου, φορτώνεις στον εαυτό σου και τον δανειστή, φορτίο δυσβάσταχτο και για άνθρωπο πλούσιο…
»Τους δανειστές τους δημιούργησε η τρυφή, όπως ακριβώς και τους χρυσοχόους, τους αργυροχόους, τους αρωματοποιούς και τους βαφείς υφασμάτων. Χρεωνόμαστε όχι για να πληρώσουμε το ψωμί και το κρασί, μα εξοχικές κατοικίες, δούλους, μουλάρια, ανάκλιντρα και τραπεζώματα, καθώς και για να χρηματοδοτούμε, χωρίς καμία συγκράτηση, θεάματα για τις πόλεις, επιδιδόμενοι σε στείρους και δυσάρεστους ανταγωνισμούς. Ανθρωπος όμως που μπλέκει μία φορά, μένει χρεώστης για πάντα και, σαν άλογο που του έχουν φορέσει χαλινάρι, δέχεται στη ράχη τον έναν αναβάτη μετά τον άλλον… τοκογλύφος ή μεσάζοντας, πρώτα Κορίνθιος, έπειτα Πατρινός, έπειτα Αθηναίος, μέχρι που ο οφειλέτης, σφυροκοπούμενος από παντού, να γίνει χίλια κομμάτια και να ξοφλήσει».