Κυριακή 15 Ιουλίου 2012

Τουλάχιστον ισορροπία


«Να σκέφτεστε τον Θεό τουλάχιστον όσο σκέφτεστε τους ανθρώπους. 
Να φοβάστε τον Θεό τουλάχιστον όσο φοβάστε τους ανθρώπους. 
Να σκέφτεστε τον Θεό τουλάχιστον όσο σκέφτεστε τους ανθρώπους. 
Να σέβεστε τον Θεό τουλάχιστον όσο σέβεστε τους ανθρώπους. 
Να παρακαλείτε τον Θεό τουλάχιστον όσο παρακαλείτε τους ανθρώπους. 
Να ελπίζετε στον Θεό τουλάχιστον όσο ελπίζετε στον ανθρώπους. 
Να ζητάτε βοήθεια από τον Θεό τουλάχιστον όσο ζητάτε βοήθεια από τους ανθρώπους. 
Να τηρείτε τον νόμο του Θεού τουλάχιστον όσο τηρείτε τον νόμο των ανθρώπων. 
Να ευγνωμονείτε τον Θεό τουλάχιστον όσο ευγνωμονείτε τους ανθρώπους. 
Να δοξάζετε τον Θεό τουλάχιστον όσο δοξάζετε τους ανθρώπους».

[Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς. Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται.  
Εκδόσεις Εν Πλω 2008, σελ. 274]

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

Όργίζεσθε και μη αμαρτάνετε'


Οι συγκρούσεις, που στερούν από τους ανθρώπους την ευημερία και την ασφάλεια, ερεθίζουν τα πνεύματα και γίνονται δάσκαλοι της βίας, έλεγε ο Θουκυδίδης («Ιστορίαι»), περιγράφοντας γλαφυρά το πώς σε ταραγμένες εποχές ακόμα και οι λέξεις αποκτούν διαφορετικό περιεχόμενο. «Όποιος είναι έξαλλος γίνεται ακουστός, ενώ όποιος φέρνει αντιρρήσεις μοιάζει ύποπτος...». Η παραφορά, έλεγε, θεωρείται ανδρεία, ενώ η αυτοσυγκράτηση και η λογική υπεκφυγή δειλία. «Είναι εύκολο να οργίζεται κανείς. Αυτό όλοι το μπορούν», έγραφε ο Αριστοτέλης («Ηθικά Νικομάχεια»). «Εκείνο που δεν είναι εύκολο και δεν το μπορούν όλοι είναι να οργίζονται με το σωστό πρόσωπο, στο σωστό μέτρο, με τον σωστό τρόπο, τη σωστή στιγμή και για τη σωστή αιτία»...

[Τ. Καραϊσκάκη: Το χωνευτήρι της βίας (Καθημερινή 15/6/2012)]

Τρίτη 1 Μαΐου 2012

Καύχηση


Σε καμιά περίπτωση να μην αυτοεπαινείσαι, αλλά και να μη ζητάς τον έπαινο των άλλων. Ούτε να ζηλεύεις εκείνους που επαινούνται από τους ανθρώπους. Αληθινά συνετός είναι εκείνος που επαινείται από τον Θεό και δοξάζεται από τον Θεό. «Ο καυχώμενος εν Κυρίω καυχάσθω» (Α΄Κορ. 1, 31). Μην αναπαύεσαι στους επαίνους των ανθρώπων. Στον Θεό αναζήτησε την αληθινή ανάπαυση. Όλα τα ανθρώπινα είναι πρόσκαιρα και μεταβλητά. Όλα τα θεία είναι αιώνια και αμετάβλητα. Φρόντισε για τη δόξα μόνο του Θεού, και ο Θεός θα σε δοξάσει. Αν φροντίζεις για τη δική σου δόξα, η χάρις του Θεού θα σε εγκαταλείψει. «Μη ημίν, Κύριε, μη ημίν, αλλ’ ή τω ονόματί σου δος δόξαν» (Ψαλμ. 113, 9).

[Αγ. Δημητρίου του Ροστώφ. Πνευματικό Αλφάβητο.  
Ι. Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός 1990, σελ. 28]

Δευτέρα 16 Απριλίου 2012

Διαφορετική λογική


Ερώτηση (προς τον Αββά Ιωάννη): Πώς πρέπει να σκέφτομαι, ότι κάθε άνθρωπος είναι δίκαιος ή ότι από όλους τους ανθρώπους πιο αμαρτωλός είμαι εγώ; διότι με δυσκολεύει ο λογισμός να θεωρώ τον κάθε άνθρωπο δίκαιο.
 

Απόκριση: Έχε τον εαυτό σου ως πιο αμαρτωλό και ελάχιστο όλων, και θα έχεις ανάπαυση.

[Βίβλος Βαρσανουφίου και Ιωάννου, απόκρισις χπθ΄]

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012

Ο διδάσκαλος


'Είπε πάλιν [η Αμμάς Θεοδώρα] ότι ο διδάσκαλος οφείλει είναι ξένος φιλαρχίας και αλλότριος κενοδοξίας, μακράν υπερηφανίας, μη υπό κολακείας εμπαιζόμενος, μη υπό δώρων τυφλούμενος, μη υπό γαστρός νικώμενος, μη υπό οργής κρατούμενος, αλλά μακρόθυμος, επιεικής, υπέρ πάντα ταπεινόφρων, έγκριτος είναι και ανεκτικός, κηδεμονικός και φιλόψυχος'.

[Το Γεροντικόν. Εκδόσεις Αστήρ, 1981, σ. 43]

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Η φύση ως αντίπαλος


‘Η τεχνολογία έκανε τη φύση εχθρό μας και αντίπαλο. Πρώτον την αγρίεψε και αντιδρά πιο έντονα. Δεύτερον, δεν την αγαπάμε σαν μάνα μας, αλλά την προτιμάμε σαν υπηρέτη μας. Αντί να μαθαίνουμε από αυτήν, προσπαθούμε με το μαστίγιο να την αλλάξουμε. Αυτή όμως είναι πολύ γριά και ξεροκέφαλη. Δεν αλλάζει. Αντίθετα, θυμώνει και εκδικείται. Γι’ αυτό κι εμείς τη βλέπουμε σαν αντίπαλο. Δεν ξέρουμε τη συμπεριφορά της, αγνοούμε τα μυστικά της. Δεν τη σεβόμαστε, τη φοβόμαστε.      
     Φίλοι μας τώρα είναι η τεχνολογία, τα λιπάσματα, οι μηχανές, η βιασύνη και η ευκολία. Δεν αφήνουμε ούτε τον χρόνο να κάνει τη δουλειά του. Ζορίζουμε τα δένδρα να καρποφορήσουν, τα φαγητά να μαγειρευτούν, τα διακονήματά μας για να κάνουμε δήθεν προσευχή, την προσευχή μας γιατί είμαστε κουρασμένοι. Όλα βιαστικά. Όπου δεν μπαίνει το αλάτι του χρόνου και της υπομονής, δεν τρώγεται το φαγητό της ζωής.’

[Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικολάου.
Φωνή αύρας λεπτής. Εκδόσεις Εν πλω, Αθήνα, 2006, σ. 115-116]

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Κι άλλα δανεικά

Ο Γ. Ρωμαίος παραθέτει σήμερα στο ΒΗΜΑ από το κείμενο του Πλουτάρχου (βλ. προηγούμενη ανάρτηση). Παραθέτω κι εγώ από εκεί όσα διάβασα:
»Γιατί καλοπιάνεις τον τραπεζίτη ή τον μεσάζοντα; Δανείσου από το δικό σου τραπέζι. Εχεις κύπελλα, ασημένια πιάτα, πιατέλες. Ας τα στερηθείς στη δύσκολη ώρα. Η όμορφη Αυλίδα ή η Τένεδος θα στολίσουν το τραπέζι σου με πήλινα σκεύη, που θα είναι καθαρότερα από τα αργυρά. Δεν έχουν τη βαριά και δυσάρεστη οσμή των τόκων, που, σαν τη σκουριά (εννοεί την οξείδωση των ασημικών), κατατρώνε μέρα με την ημέρα την πολυτέλειά σου. Ούτε θα σου θυμίζουν διαρκώς την πρώτη του μήνα και τη νέα Σελήνη, που, αν και ιερότερη απ' όλες τις ημέρες, οι δανειστές την κάνουν αποφράδα και μισητή.
»Σε τι ωφέλησε ο Σόλωνας τους Αθηναίους απαλλάσσοντάς τους από την υποθήκευση του σώματος και της ελευθερίας τους; Οι οφειλέτες είναι δούλοι όλων των δανειστών τους - ή μάλλον ούτε και δικοί τους, αυτό δεν θα ήταν και τόσο φοβερό. Είναι δούλοι δούλων αναιδών και βάρβαρων και βάναυσων, καθώς οι διάπυροι τιμωροί και δήμιοι, που, όπως λέει ο Πλάτωνας, περιμένουν τους ασεβείς στον Αδη. Μετατρέπουν την αγορά σε κολαστήριο για τους δύσμοιρους οφειλέτες, σαν όρνεα τους κατακρεουργούν και τους κατασπαράζουν… Οπως ο Δαρείος έστειλε τον Δάτι και τον Αρταφέρνη εναντίον της Αθήνας έχοντας στα χέρια αλυσίδες και δεσμά για όσους θα έπιαναν αιχμάλωτους, έτσι και αυτοί, κουβαλώντας μαζί τους σάκους γεμάτους συμφωνητικά και συμβόλαια, σαν δεσμά εναντίον της Ελλάδας, την οργώνουν από πόλη σε πόλη και σπέρνουν όχι ωφέλιμο καρπό, αλλά χρέη, που πολλά βάσανα φέρνουν και πολλούς τόκους, και που δύσκολα ξεριζώνονται, ενώ οι βλαστοί τους περικυκλώνουν τις πόλεις, τις εξασθενούν και τελικά τις πνίγουν.
»Θέλω να δείξω σ' όσους σπεύδουν απερίσπαστα να δανειστούν πόση ντροπή φέρνει αυτό και πόση στέρηση της ελευθερίας, καθώς και ότι ο δανεισμός είναι πράξη υπέρτατης αφροσύνης και μαλθακότητας. Εχεις; Μη δανείζεσαι, γιατί δεν σου λείπουν. Δεν έχεις; Μη δανείζεσαι, γιατί δεν θα ξεπληρώσεις το χρέος σου... Ενώ λοιπόν δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα με τη φτώχεια σου, φορτώνεις στον εαυτό σου και τον δανειστή, φορτίο δυσβάσταχτο και για άνθρωπο πλούσιο…
»Τους δανειστές τους δημιούργησε η τρυφή, όπως ακριβώς και τους χρυσοχόους, τους αργυροχόους, τους αρωματοποιούς και τους βαφείς υφασμάτων. Χρεωνόμαστε όχι για να πληρώσουμε το ψωμί και το κρασί, μα εξοχικές κατοικίες, δούλους, μουλάρια, ανάκλιντρα και τραπεζώματα, καθώς και για να χρηματοδοτούμε, χωρίς καμία συγκράτηση, θεάματα για τις πόλεις, επιδιδόμενοι σε στείρους και δυσάρεστους ανταγωνισμούς. Ανθρωπος όμως που μπλέκει μία φορά, μένει χρεώστης για πάντα και, σαν άλογο που του έχουν φορέσει χαλινάρι, δέχεται στη ράχη τον έναν αναβάτη μετά τον άλλον… τοκογλύφος ή μεσάζοντας, πρώτα Κορίνθιος, έπειτα Πατρινός, έπειτα Αθηναίος, μέχρι που ο οφειλέτης, σφυροκοπούμενος από παντού, να γίνει χίλια κομμάτια και να ξοφλήσει».