Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Ταπεινότητα


‘Να καταλαβαίνεις ότι δεν είσαι Μέγας Αλέξανδρος, ότι είσαι ένας αποτυχημένος άνθρωπος, ότι είσαι γελοίος, κωμικός, τρελός. Να το παραδεχθείς αυτό, και νά ’χεις τη δύναμη να το ζεις. Ταπεινότητα δεν είναι η προσπάθεια να πείσεις τους άλλους ότι δεν είσαι κάτι, αλλά η προσπάθεια να πείσεις τον εαυτό σου. Και τότε έχεις τη χάρη να βλέπεις τον κόσμο όπως τον έκανε ο Θεός, όχι όπως τον κάναμε εμείς κοινωνικά. Ποιός δεν θέλει να είναι Ναπολέων;... Κι ένα μικρό παιδί, όταν ντύνεται στο καρναβάλι, γίνεται Μέγας Αλέξανδρος ή Κατσαντώνης ή ό,τι θέλεις. Αυτή είναι η μεταμφίεση... Ο παράφρων αρκεί να βάλει το χέρι του έτσι μέσα στο τρύπιο του σακκάκι και να πει «Είμαι ο Ναπολέων», κι έγινε Ναπολέων... Έτσι μπαίνουμε στην πραγματικότητα των μεταμορφώσεων, που είναι μια πάρα πολύ οδυνηρή κατάσταση. Κι εδώ χρειάζεται η Πίστη. Γιατί ενώ ξέρεις θαυμάσια, ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα, δεν είσαι Ναπολέων, έχεις όμως την πεποίθηση ότι είσαι Ναπολέων, χωρίς να είσαι βέβαια. Οπότε ξεκαρδίζεσαι στα γέλια, γελάς για το πώς είναι ο βίος, για τις διαψεύσεις που σου δίνει. Και οι διαψεύσεις αυτές σε ενισχύουν, σου δίνουν δύναμη’.


[Ν-Γ. Πεντζίκης. «Ποτέ δεν θα γίνω λογοτέχνης».
Περιοδικό Διαβάζω, τ. 11, Μάρτιος-Απρίλιος 1978]

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2009

Αριθμοί, ιδέες και Αλήθεια

Μια μέρα ο Δον Καμίλλο ήταν στο ναό και κουβέντιαζε με τον Κύριο, και κάποια στιγμή του είπε:
‘Κύριε, πάρα πολλά πράγματα στον κόσμο πάνε στραβά.’
‘Δεν το νομίζω,’ απάντησε ο Κύριος. ‘Ο άνθρωπος μπορεί να πηγαίνει στραβά, αλλά το υπόλοιπο σύμπαν δουλεύει μια χαρά.’
Ο Δον Καμίλλο βημάτισε πάνω-κάτω κι έπειτα στάθηκε πάλι μπροστά στο βωμό.
‘Κύριε,’ είπε, ‘αν άρχιζα να μετράω: ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, επτά, και μετρούσα για ένα εκατομμύριο χρόνια, θα έφτανα ποτέ σ’ ένα σημείο που δεν θα υπήρχαν άλλοι αριθμοί;’
‘Ποτέ,’ είπε ο Κύριος. ‘Μου θυμίζεις τον άνθρωπο που σχεδίασε ένα μεγάλο κύκλο στο έδαφος και άρχισε να βαδίζει γύρω του λέγοντας: «Θέλω να δω πόσο θα μου πάρει για να φτάσω στο τέλος». Έτσι σου το λέω: Όχι, ποτέ δεν θα έφτανες σε τέτοιο σημείο.’
Με τη φαντασία του ο Δον Καμίλλο βάδιζε γύρω από τον κύκλο και ένιωθε ήδη τη δύσπνοια που σίγουρα προκαλεί μια πρώτη ματιά στο άπειρο.
‘Εγώ όμως λέω ότι οι αριθμοί πρέπει να είναι έχουν τέλος,’ επέμεινε. ‘Μόνο ο Θεός είναι άπειρος και αιώνιος, και οι αριθμοί δεν μπορούν να έχουν τις ιδιότητες του Θεού.’
‘Καλά, τι έπαθες με τους αριθμούς;’ τον ρώτησε ο Κύριος.
‘Μα, οι αριθμοί είναι που κάνουν τους ανθρώπους να πάνε στραβά. Αφού ανακάλυψαν τους αριθμούς, έφτασαν στο σημείο να τους θεοποιήσουν.’
Όταν ο Δον Καμίλλο έβαζε μια ιδέα στο κεφάλι του, δεν την έβγαζε εύκολα. Κλείδωσε την κύρια είσοδο της εκκλησίας για τη νύχτα, βημάτισε ξανά πάνω-κάτω, κι έπειτα γύρισε πίσω στο βωμό.
‘Ίσως, Κύριε, η εξάρτηση των ανθρώπων από τη μαγεία των αριθμών είναι απλά μια απεγνωσμένη προσπάθεια να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους ως σκεπτόμενα όντα.’ Έμεινε άβολα σιωπηλός για ένα λεπτό, κι έπειτα συνέχισε: ’Κύριε, οι ιδέες είναι πεπερασμένες; Υπάρχει απόθεμα νέων ιδεών ή έχουν σκεφτεί οι άνθρωποι όλα όσα υπήρχαν για να σκεφτούν;’
‘Δον Καμίλλο, τι εννοείς όταν λες ιδέες;’
‘Σαν φτωχός επαρχιώτης παπάς, το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι οι ιδέες είναι λυχνάρια που λάμπουν μέσα στη νύχτα της ανθρώπινης άγνοιας και φωτίζουν κάποια νέα πτυχή του μεγαλείου του Δημιουργού.’
Ο Κύριος συγκινήθηκε.
‘Φτωχέ επαρχιώτη παπά,’ είπε, ‘δεν πέφτεις και πολύ έξω. Κάποτε εκατό άνθρωποι ήταν κλεισμένοι σ’ ένα τεράστιο σκοτεινό δωμάτιο, και καθένας είχε ένα σβησμένο λυχνάρι. Ένας απ’ αυτούς κατάφερε να ανάψει το λυχνάρι του, κι έτσι μπορούσαν όλοι να δουν και να γνωρίσουν ο ένας τον άλλο. Καθώς οι υπόλοιποι άναβαν τα δικά τους λυχνάρια, όλο και περισσότερα από τα πράγματα γύρω τους έρχονταν στο φως, ώσπου στο τέλος τα πάντα μέσα στο δωμάτιο φάνηκαν καλά και ωραία. Τώρα πρόσεξε καλά, Δον Καμίλλο. Υπήρχαν εκατό λυχνάρια, αλλά μόνο μια ιδέα. Ωστόσο, χρειάστηκε το φως όλων των λυχναριών για να αποκαλυφθούν όλες οι λεπτομέρειες του δωματίου. Κάθε φλόγα ήταν το ένα εκατοστό μιας μεγάλης ιδέας, ενός μεγάλου φωτός, της ιδέας της ύπαρξης και του μεγαλείου του Δημιουργού. Ήταν σαν κάποιος να είχε σπάσει ένα αγαλματάκι σε εκατό κομμάτια και να είχε δώσει από ένα κομμάτι σε εκατό ανθρώπους. Οι εκατό άνθρωποι προσπάθησαν ψαχουλεύοντας να ταιριάσουν τα κομμάτια κι έφτιαξαν χιλιάδες λανθασμένες φιγούρες μέχρι που στο τέλος τα ένωσαν σωστά. Ξαναλέω, Δον Καμίλλο, ότι ο κάθε άνθρωπος άναψε το δικό του λυχνάρι, και το φως των εκατό λυχναριών μαζί ήταν Αλήθεια και Αποκάλυψη. Αυτό θα έπρεπε να τους ικανοποιήσει. Όμως καθένας τους σκέφτηκε ότι η ομορφιά των πραγμάτων που έβλεπε γύρω του οφειλόταν στο φως του δικού του λυχναριού που τους είχε βγάλει από το σκοτάδι. Μερικοί έφτασαν να λατρεύουν τα λυχνάρια τους, κι άλλοι περιπλανήθηκαν σε διάφορες μεριές ώσπου το μεγάλο φως διασπάσθηκε σε εκατό φλόγες, που καθεμιά μπορούσε να φωτίσει μόνο ένα κλάσμα της αλήθειας. Βλέπεις λοιπόν, Δον Καμίλλο, ότι τα εκατό λυχνάρια πρέπει να ενωθούν πάλι για να βρουν το αληθινό φως. Σήμερα οι άνθρωποι τριγυρίζουν δύσπιστα, καθένας με το φως του λυχναριού του, με μια περιοχή μελαγχολικού σκοταδιού γύρω τους, και καθένας πιάνεται από τη μικρότερη λεπτομέρεια του αντικειμένου που καταφέρνει να φωτίσει μόνος του. Κι έτσι λέω ότι ιδέες δεν υπάρχουν: υπάρχει μόνο μια Ιδέα, μια Αλήθεια με εκατό πλευρές. Οι ιδέες δεν είναι ούτε πεπερασμένες ούτε τελειωμένες, διότι υπάρχει μόνο αυτή η μια και αιώνια Ιδέα. Οι άνθρωποι όμως πρέπει να ενωθούν ξανά μεταξύ τους, όπως εκείνοι στο τεράστιο δωμάτιο.’

[Giovanni Guareschi, Ο Δον Καμίλλο και ο άσωτος γιός. Μετάφραση δική μου, από την έκδοση Penguin 1952, σελ. 136-138]