Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Η φύση ως αντίπαλος


‘Η τεχνολογία έκανε τη φύση εχθρό μας και αντίπαλο. Πρώτον την αγρίεψε και αντιδρά πιο έντονα. Δεύτερον, δεν την αγαπάμε σαν μάνα μας, αλλά την προτιμάμε σαν υπηρέτη μας. Αντί να μαθαίνουμε από αυτήν, προσπαθούμε με το μαστίγιο να την αλλάξουμε. Αυτή όμως είναι πολύ γριά και ξεροκέφαλη. Δεν αλλάζει. Αντίθετα, θυμώνει και εκδικείται. Γι’ αυτό κι εμείς τη βλέπουμε σαν αντίπαλο. Δεν ξέρουμε τη συμπεριφορά της, αγνοούμε τα μυστικά της. Δεν τη σεβόμαστε, τη φοβόμαστε.      
     Φίλοι μας τώρα είναι η τεχνολογία, τα λιπάσματα, οι μηχανές, η βιασύνη και η ευκολία. Δεν αφήνουμε ούτε τον χρόνο να κάνει τη δουλειά του. Ζορίζουμε τα δένδρα να καρποφορήσουν, τα φαγητά να μαγειρευτούν, τα διακονήματά μας για να κάνουμε δήθεν προσευχή, την προσευχή μας γιατί είμαστε κουρασμένοι. Όλα βιαστικά. Όπου δεν μπαίνει το αλάτι του χρόνου και της υπομονής, δεν τρώγεται το φαγητό της ζωής.’

[Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικολάου.
Φωνή αύρας λεπτής. Εκδόσεις Εν πλω, Αθήνα, 2006, σ. 115-116]

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Κι άλλα δανεικά

Ο Γ. Ρωμαίος παραθέτει σήμερα στο ΒΗΜΑ από το κείμενο του Πλουτάρχου (βλ. προηγούμενη ανάρτηση). Παραθέτω κι εγώ από εκεί όσα διάβασα:
»Γιατί καλοπιάνεις τον τραπεζίτη ή τον μεσάζοντα; Δανείσου από το δικό σου τραπέζι. Εχεις κύπελλα, ασημένια πιάτα, πιατέλες. Ας τα στερηθείς στη δύσκολη ώρα. Η όμορφη Αυλίδα ή η Τένεδος θα στολίσουν το τραπέζι σου με πήλινα σκεύη, που θα είναι καθαρότερα από τα αργυρά. Δεν έχουν τη βαριά και δυσάρεστη οσμή των τόκων, που, σαν τη σκουριά (εννοεί την οξείδωση των ασημικών), κατατρώνε μέρα με την ημέρα την πολυτέλειά σου. Ούτε θα σου θυμίζουν διαρκώς την πρώτη του μήνα και τη νέα Σελήνη, που, αν και ιερότερη απ' όλες τις ημέρες, οι δανειστές την κάνουν αποφράδα και μισητή.
»Σε τι ωφέλησε ο Σόλωνας τους Αθηναίους απαλλάσσοντάς τους από την υποθήκευση του σώματος και της ελευθερίας τους; Οι οφειλέτες είναι δούλοι όλων των δανειστών τους - ή μάλλον ούτε και δικοί τους, αυτό δεν θα ήταν και τόσο φοβερό. Είναι δούλοι δούλων αναιδών και βάρβαρων και βάναυσων, καθώς οι διάπυροι τιμωροί και δήμιοι, που, όπως λέει ο Πλάτωνας, περιμένουν τους ασεβείς στον Αδη. Μετατρέπουν την αγορά σε κολαστήριο για τους δύσμοιρους οφειλέτες, σαν όρνεα τους κατακρεουργούν και τους κατασπαράζουν… Οπως ο Δαρείος έστειλε τον Δάτι και τον Αρταφέρνη εναντίον της Αθήνας έχοντας στα χέρια αλυσίδες και δεσμά για όσους θα έπιαναν αιχμάλωτους, έτσι και αυτοί, κουβαλώντας μαζί τους σάκους γεμάτους συμφωνητικά και συμβόλαια, σαν δεσμά εναντίον της Ελλάδας, την οργώνουν από πόλη σε πόλη και σπέρνουν όχι ωφέλιμο καρπό, αλλά χρέη, που πολλά βάσανα φέρνουν και πολλούς τόκους, και που δύσκολα ξεριζώνονται, ενώ οι βλαστοί τους περικυκλώνουν τις πόλεις, τις εξασθενούν και τελικά τις πνίγουν.
»Θέλω να δείξω σ' όσους σπεύδουν απερίσπαστα να δανειστούν πόση ντροπή φέρνει αυτό και πόση στέρηση της ελευθερίας, καθώς και ότι ο δανεισμός είναι πράξη υπέρτατης αφροσύνης και μαλθακότητας. Εχεις; Μη δανείζεσαι, γιατί δεν σου λείπουν. Δεν έχεις; Μη δανείζεσαι, γιατί δεν θα ξεπληρώσεις το χρέος σου... Ενώ λοιπόν δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα με τη φτώχεια σου, φορτώνεις στον εαυτό σου και τον δανειστή, φορτίο δυσβάσταχτο και για άνθρωπο πλούσιο…
»Τους δανειστές τους δημιούργησε η τρυφή, όπως ακριβώς και τους χρυσοχόους, τους αργυροχόους, τους αρωματοποιούς και τους βαφείς υφασμάτων. Χρεωνόμαστε όχι για να πληρώσουμε το ψωμί και το κρασί, μα εξοχικές κατοικίες, δούλους, μουλάρια, ανάκλιντρα και τραπεζώματα, καθώς και για να χρηματοδοτούμε, χωρίς καμία συγκράτηση, θεάματα για τις πόλεις, επιδιδόμενοι σε στείρους και δυσάρεστους ανταγωνισμούς. Ανθρωπος όμως που μπλέκει μία φορά, μένει χρεώστης για πάντα και, σαν άλογο που του έχουν φορέσει χαλινάρι, δέχεται στη ράχη τον έναν αναβάτη μετά τον άλλον… τοκογλύφος ή μεσάζοντας, πρώτα Κορίνθιος, έπειτα Πατρινός, έπειτα Αθηναίος, μέχρι που ο οφειλέτης, σφυροκοπούμενος από παντού, να γίνει χίλια κομμάτια και να ξοφλήσει».

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Δανεικά


«Ο Πλάτωνας στους Νόμους απαγορεύει να παίρνει κανείς νερό από τη γη των γειτόνων του, αν δεν έχει πρώτα αποτύχει να βρει νερό στον δικό του τόπο, έχοντας σκάψει μέχρι να συναντήσει τη λεγόμενη κεραμίτιδα, δηλαδή στρώμα αργίλου (η άργιλος είναι λιπαρή και συμπαγής, κατακρατεί το υγρό και δεν το αφήνει να τη διαπεράσει). Επιβάλλει, ωστόσο, να μοιράζονται το νερό των γειτόνων τους όσοι δεν μπορούν να έχουν δικό τους, καθώς ο νόμος οφείλει στη δυσπραγία να παρέχει βοήθεια. Δεν θα έπρεπε, λοιπόν, να υπάρχει και για τα χρήματα ένας νόμος, που να απαγορεύει στους ανθρώπους να δανείζονται από άλλους και να καταφεύγουν σε ξένες πηγές, αν πρώτα δεν εξετάσουν τη δική τους περιουσία και τις δικές τους δυνατότητες, και δεν ξεχωρίσουν και συγκεντρώσουν, σταγόνα σταγόνα, ό,τι τους είναι χρήσιμο και αναγκαίο; Στις μέρες μας η τρυφή, η μαλθακότητα και η πολυτέλεια έχουν κάνει τους ανθρώπους να μη χρησιμοποιούν αυτά που έχουν, μολονότι έχουν αρκετά. Δανείζονται, λοιπόν, έναντι υψηλών τόκων, ενώ τίποτα δεν τους αναγκάζει. Περίτρανη απόδειξη γι’ αυτό είναι ότι κανείς δεν δανείζει σε άνθρωπο που δεν έχει οικονομικούς πόρους. Δανείζουν σε εκείνους που επιθυμούν να αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη άνεση. Και φέρουν μάρτυρες και παρέχουν εγγυήσεις για το ότι είναι άξιοι δανεισμού επειδή έχουν περιουσία, ενώ ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο θα έπρεπε να μη δανείζονται καθόλου».

Πλούταρχος. 'Περί του μη δειν δανείζεσθαι'. Εκδόσεις Νεφέλη. Αντιγραφή από ΕΔΩ.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Κρυφοδαγκανιάρηδες


«Έτσι και για μας τους Έλληνες. Περάσανε από την πλάτη μας άγριες ανεμοζάλες κάθε λογής, αγριανθρώποι σκληροί, φονιάδες με σπαθιά, με κοντάρια και μ’ άρματα κάθε λογής, Πέρσες, Αλαμάνοι, Φράγκοι, Αραπάδες, Τούρκοι κι άλλοι. Μας σφάζανε, μας κομματιάζανε, μας κρεμάζανε, μας σουβλίζανε, μα δεν πεθάναμε, γιατί μας ατσάλωνε ο αγώνας, δίναμε φωτιά στη φωτιά, είχαμε να κάνουμε με οχτρούς φανερούς και σκληρούς.
     Τώρα όμως, στον σημερινό καιρό, οι εχθροί αλλάξανε όψη, γινήκανε κρυφοδαγκανιάρηδες, με το χαμόγελο στα χείλια, φίλοι δολεροί, που φαίνουνται άβλαβοι, μάλιστα κι ευεργέτες και καλόβουλοι. Τέτοια είναι τα αγαθά που έρχουνται με τις μηχανές και με τις άλλες ευκολίες, τα ηλεκτρικά πλυντήρια, τ’ αεροπλάνα, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο, η γύμνια και τα μπαιν-μιξτ, και τάλλα που θα μας ξεπαραλύσουν και θα μας αφήσουνε χωρίς θρησκεία, χωρίς παράδοση, χωρίς οικογένεια, χωρίς τίποτα δικό μας». 

[Φ. Κόντογλου, Μυστικά Άνθη, Εκδόσεις Αστήρ 1977, σ. 12].

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2011

Χαρμολύπη


'Ο πόνος μέσα στη ζωή του ανθρώπου είναι το πιο βαθύ πράγμα. Και σ' άλλον δίνει αφορμή για δύναμη και για μεγάλα έργα κι άλλον τον μαραζώνει και τον κουρελιάζει. Άλλον τον ανεβάζει ψηλά κι άλλον τον πλακώνει τόσο βαρειά, που να μη μπορεί πια να σηκωθεί.
    Ο πόνος κατά τη χριστιανική θρησκεία είναι δυο λογιών, πόνος κατά Θεόν και πόνος κατά κόσμον. Ο πρώτος είναι ο πόνος που νοιώθει ο πνευματικός άνθρωπος, δηλαδή εκείνος που έχει πίστη στον Θεό, ενώ ο δεύτερος είναι ο πόνος που νοιώθει ο σαρκικός άνθρωπος που δεν έχει πίστη. Ο πρώτος είναι ο πόνος που τον γλυκαίνει η ελπίδα, ο δεύτερος είναι ο πόνος που τον κάνει ανυπόφερτον η απελπισία. Ο πρώτος κάνει τον άνθρωπο να ταπεινωθεί, να φχαριστήσει και να μαζευτεί στον βυθό του εαυτού του, ενώ ο δεύτερος τον κάνει να επαναστατήσει και να βλαστημήσει.'

[Φ. Κόντογλου. Μυστικά άνθη. Εκδόσεις Αστήρ 1977, σ. 323

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

Συγκρίσεις


"Κι απ' τους ψηλούς κι απ' τους κοντούς απέχουν ίδια τ' άστρα".
     ... Ο λόγος μοιάζει ν' απευθύνεται στους "ψηλούς", για να τους συνετίσει, να τους προτείνει άλλη μονάδα σύγκρισης για να μετρήσουν το αληθινό ανάστημά τους.
      Η φράση θέλει αποδέκτη και τον άνθρωπο τον "κοντό", για να αναμετρηθεί μ' εκείνα που περισσότερο τον ξεπερνάνε, αλλά δεν θέλει, δεν επιλέγει ούτε να τα ξέρει.
     Σε όποια περίπτωση απ' τις δυο, θα μπορούσε να γίνει βάση για μια πρώτη αλληλοπαραδοχή, που τόσο έχουμε ανάγκη...
     Αν δεν βάλουμε σημείο αναφοράς που ν' απέχει απ' όσα πετύχαμε ή δεν πετύχαμε, ν' απέχει από μας τους καθημερινούς ψηλούς-κοντούς ανθρώπους τόσο πολύ όσο τ' άστρα, φαίνεται τελικά πώς δεν μπορούμε να τα βρούμε ούτε μέσα μας ούτε μεταξύ μας...

[Από το περιοδικό Η Δράση μας. Τεύχος 492, Οκτώβριος 2011, σ. 306]

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Περί πάτρης

 
Γνωστό το κείμενο, που αντιγράφω από το ιστολόγιο ΑΚΤΙΝΕΣ (δική μου η χρωματική υπογράμμιση):

«Τό εκήρυξεν ο θείος Όμηρος πρό ετών τρισχιλίων: Είς οιωνός άριστος!... Αλλά τίς έβαλεν εις πράξιν τήν συμβουλήν τού θειοτάτου αρχαίου ποιητού; Εκ τής παρούσης ημών γενεάς τίς ημύνθη περί πάτρης;
Ημύνθησαν περί πάτρης οι άστοργοι πολιτικοί, οι εκ περιτροπής μητρυιοί τού ταλαιπώρου ωρφανισμένου Γένους;
Άμυνα περί πάτρης δέν είναι αι σπασμωδικαί, κακομελέτητοι καί κακοσύντακτοι επιστρατείαι, ουδέ τά σκωριασμένης επιδεικτικότητος θωρηκτά.
Άμυνα περί πάτρης θά ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία τών θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις τού ξένου υλισμού καί τού πιθηκισμού, τού διαφθείραντος τό φρόνημα καί εκφυλίσαντος σήμερον τό έθνος, καί η πρόληψις τής χρεωκοπίας.
Τίς ημύνθη περί πάτρης;
Καί τί πταίει η γλαύξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τά ερείπια.
Καί τά ερείπια τά έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται τής Ελλάδος.
...Καί πάλιν τί χρειάζονται οι οιωνοί; Οιωνοί είναι τά πράγματα.
Μόνον ο λαός λέγει. Κάθε πέρσυ καί καλλίτερα.
Άς ευχηθώμεν τό ερχόμενον έτος νά μή είναι χειρότερον...».
 
(Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Έφ. «Ακρόπολις», 1 Ιάν. 1896)

Εκκλησιαστική Παρέμβαση –Μαίος 2011